Category

ΕΠΟΞΕΙΔΙΚΑ

Ε

Kονσέρτο για πόδια εντόμου

Καλέστρα νύχτα με πρόδωσες
Έβαλες τους μουσικάντηδές σου
Να τριζοβολούν γύρω μου
Με έκλεψες από τον ύπνο μου
Μου έταξες τα αστέρια άρυπα
και τη δροσιά μανδύα
Και όταν τα σκαλιά ξυπόλυτη κατέβηκα
Αρκούσαν γνώριμες, ρυθμικές σταλαγματιές
Από άγνωστη, αόρατη πηγή
Να μου θυμήσουν το μεγαλείο της σκοτεινιάς σου
Και τη μικρότητα του θάρρους μου

Ε ναι λοιπόν, το έβαλα στα πόδια

Ξεμέθυστες πειρατικές ιστορίες

Άυπνες σκέψεις φουσκώνουν τα πανιά της προσοχής μου
Ανεμίζουν σε κάθε κατεύθυνση πότε άρυθμα και πότε άξαφνα
Αυθόρμητα ποθώ να τις ελέγξω, αυθόρμητα μένουν ασκλάβωτες
Σκλάβος μόνο εγώ , το καράβι δίχως προορισμό
Οι λέξεις νομίζω, ότι θα με βοηθήσουν να αγκυροβολίσω
Κεντώντας ένα χάρτη που θα τον βαφτίσω θησαυρό
Για να κολακέψω μια θέληση που παραμένει άυπνη

Και μένει να καταλάβω και να τιμήσω τις περιπέτειες
Τις φανταστικές και τις αφάνταστες.
Και μένει να δοξάσω την τυχαιότητα
Ακόμα και κάτω από το φως του εκολαστηρίου.
Ακόμα και χωρίς ένα μπουκάλι ρούμι.

To δέργμα

Λευκό, υποκίτρινο, αρχαίο μυστήριο
Υπνωτίζεις και διαλύεις
Ψιθυρίζεις στα άγνωστα σωθικά
Αλήθειες απότομες
Όσο οι κατακόρυφες διαδρομές
Όπου έρπεις.

Γιατί φοβάμαι τόσο τα μάτια σου?
Μου σφυρίζουν την αμαρτία, κατέληξα
Την παιδική, όχι την προπατορική.
Τότε που με λαμπερή περιφρόνηση
Και ακούνητη φοβέρα
Δεν έστρεφες το βλέμα σου πουθενά
Παρά σε μένα
Που με μια βέργα θέλησα να σε βυθίσω
Πίσω στη λίμνη.

Μάταια.
Τα μάτια σου με ακολουθούσαν
με την αρχέγονη υπενθύμιση
δικαίου και εκδίκησης
πίσω στο τραπέζι
να βυθιστώ στην ασφάλεια του πολιτισμού μου

Ναι, τα φίδια ξυπνάνε με τη μουσική.

Στριμένο μου ονειροξύπνημα

Σε αγαπώ , όπως αγαπάει η νύχτα της κορυφές της
Σε αγαπώ, όπως αγαπάει η μουσική τα γυρίσματά της

Φούγκα μου πεταλουδένια
Γέλιο μου αστραφτερό
Όμποέ μου διαμάντινο
Φωνή μου λουλουδένια

Σόλο μου πολυφωνικό
Pizzicato μου σε τσέμπαλο
Κλακετάκια μου σε λιβάδι
Λαμπάτο μου ηλιοβασίλεμα

Μελένιο μου κουραμπιεδάκι
Ουράνιά μου τόξα
Κούμπωμά μου ηδονικό
Κβαντική μου εμπλοκή
Αγγαλιά μου κοσμική

Γαργαλώ τα κερασόχειλά σου

Φυσικός e-κλεπτυσμός

Οι αξίες πέφτουνε
Για χάρη των αξιοποιήσεων

Μόνο μη μου πουλήσετε το θρίγκο
Όλα τ’ άλλα δικά σας

Αναρωτιέμαι ακόμα για τον τίτλο

Υπάρχουν αυτοί που κηρύττουν
Δεν πρέπει να γνωρίζεις
Απέρριψε τη γνώση γιατί
Είναι πλασματική, μιμητική
Ακολούθησε το συναίσθημά σου
Αγάπα
Δράση είναι η αγάπη

Υπάρχουν και αυτοί που λένε
Για να δράσεις
Πρέπει να γνωρίσεις
Αλλά είναι αναγκαίο
Να μάθεις
Πώς να γνωρίζεις

Μετά άκουσα
Διαμορφώνεις την πραγματικότητά σου
Με ότι επιθυμία έχεις
Η φαντασία είναι που δημιουργεί
Άρα δράττει.
Η συνείδησή σου
Έχει επιλέξει τη μορφή σου

Αναρωτιέμαι ακόμα για τον τίτλο.
Εύστοχα ευφάνταστοι
Ή ευφάνταστα εύστοχοι?

Κουνελάκι κουνελάκι

Τηλεπαθητικά κουνέλια
Φορτίζουνε τα κάγκελα
Με ασύνδετες σκέψεις
Που όλες καταλήγουνε στη λέξη παγίδα

Τηλεπαθητικά κουνέλια
Προπορεύονται
Και ας μήν το γνωρίζουνε
Όσο εμείς , τυφλοί συγγενείς
Μυρηκάζουμε την ανωτερότητα του είδους

Αχ κουνελάκι
Γίνε ο μέντοράς μου για λιγάκι
Και δείξε μου τη θεία κοινωνία

Παραφθορά

Υπομονή και μια οργή
Θα φουσκώσει σαν κυματιά
Υπομονή και η φρενοβλαβής σύναξη (του 21)
Θα κουρσέψει ότι βάλσαμο
Είχες εναποθέσει για άμυνα

Φλέβες πεταχτές
Φλέβες πλεχτές
Ερυθρή πίεση
Υπεράριθμοι παλμοί

Η πρόκληση της τεχνητής υπομονής
Ως ενα ουράνιο μυστήριο

Φτου Ξελεφτερία

Όταν το φόβο πείθεις να σε βοηθήσει
Τότε δε πρέπει να φοβάσαι τίποτα

Εκτός από εσένα

Poor Mary

Απόψε παιζει ενα πάρτυ ή ενας θάνατος. ανάλογα που θα πέσει η πρέσα. Της μοίρας φυσικά.

Απόψε το φεγγάρι θα ακούει να μιλάμε για θανατο. απόψε η σελήνη θα ακούει να τρελαινόμαστε για την αγάπη.

Απόψε θα δακρύσουμε. Και θα κλάψουμε για τη κλεμένη ομορφιά. θα θυμηθούμε την θορυβώδη μοναξιά. και θα αναφωνήσουμε “πώς είναι δυνατόν” . Απόψε λέω να μη κοιμηθούμε.

Καυμένη πώς μπόρεσες? και θα θυμηθούμε όλες και όλους που μπορέσανε. Θα σκεφτούμε το άδικο. Όχι το δικό μας. αλλά το άλλο, το αφάνταστο.

?

Το είδος που πάει να εξαφανιστεί
Θα κερδίσει άραγες τίποτα
Ή πάλι θα σφαδάζει
Μέσα στο αχανές

Λόγω τιμής

Δε θα ζητήσουνε ψωμί και ελιά
παρά μονάχα τα Ηλύσια Πεδία.
Μετά είναι που θα ανάψουνε
με της δάφνης τη θυμησιά.
Ύστερα θα λιποψυχήσουνε
με την υποψία του έπειτα.

Ατάραχοι ποτέ ξανά
σε τούτη εδώ την πλάση.

Αστραφτεροί μον’ και άραχνοι.

Θές να αναμετρηθείς
με πεπρωμένο ή μ’άνθρωπο?
διάλεξε,
διάλεξε,
διάλεξε
και μη συλλογιστείς καμιά φορά
ότι εσύ δε θα διαλέξεις,
γιατί τότες ο άνεμος
θα ‘θε να σε ξεχάσει.
Και δίχως άνεμο που πάς?
Πόσο κουπί θα τράβαγες
να μη γναντεύεις πέλαγο?

Τα τζιτζίκια φωνάζουν, αλλά κανείς δεν τα ακούει

39 βαθμοί και 39 λινά, πολύχρωμα στις πλάτες του
40 βαθμοί και 40 ηλίου γυαλιά με χρωματιστούς καθρέφτες στις θήκες του
5 ευρώ που γίνονται 3
3 ευρώ που γίνονται 5Απέραντο γαλάζιο, αριθμημένες ξαπλώστρες , μετρήσιμη ζωή

Ο ξεπεσμός του μαυρισμένου εκ γενετής πλανόδιου
Ο ξεπεσμός του μαυρισμένου, αναίσθητου λουόμενου

Ο ένας δίνει ζωή στον άλλο, ο ένας χάνει ζωή από τον άλλο
Και οι 2 δίνουν και χάνουν ζωή στο αόρατο χέρι
Αυτό της αγοράς
Το μόνο που τους γυμνώνει


Η Φωτια ψαχνει γιατι δεν τη ψαχνουν.

Η Φωτιά
στην γλώσσα μου
είναι θηλυκή
Γεννάει και εξαγνίζει
Αφανίζει
Ζεσταίνει
Ανακουφίζει
Πονάει

Recent Posts

Categories